ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ


Ἀνήκουμε, ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, τῆς Ὁποίας ἡ Πίστη εἶναι ἡ πίστη μας. Εἴμαστε μέλη τῆς ἀναγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐνιστάμεθα κατὰ τῶν Καινοτομιῶν τῆς ἐπισήμου Ἱεραρχίας, ἀπὸ τὴν πρὸ ἐκατονταετίας ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου (1924) μέχρι καὶ τὴν πρόσφατη ἀποδοχὴ τῆς Ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης (2016), ἀλλὰ καὶ τὴν ἐτοιμαζόμενη ἀλλαγὴ τοῦ Πασχαλίου.
 
Δὲν ἀνήκουμε σὲ ἄλλη, ξεχωριστή, «Ἐκκλησία» καὶ δὲν εἴμαστε Σχισματικοί, ἐφόσον ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τὴν καινοτομοῦσα Ἱεραρχία άνήκουμε στὸ Ἀκαινοτόμητο Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν μᾶς ἐκφράζει οὔτε ὁ, κενὸς θεολογικοῦ περιεχομένου, χλευαστικὸς χαρακτηρισμὸς «Παλαιοημερολογῖτες» (ἐπειδὴ περιορίζει τὸν Ἀγῶνα μας σὲ μιὰ τυπολατρικὴ ἐμμονὴ γιὰ τὴν τήρηση τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου), οὔτε ὁ ὅρος «Γ.Ο.Χ.» (Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί), λόγω τοῦ διαφορετικοῦ νοήματος ποὺ ἔχει ἀποκτήσει, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῆς χρησιμοποίησής του ἀπὸ Σχισματικοὺς ποὺ τὸν ἔχουν σφετερισθεῖ.

Πιστεύουμε πὼς γιὰ κάθε ζήτημα ποὺ ἐμφανίζεται στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ ἀνατρέχουμε στοὺς Πατέρες μὲ τὸν σωστὸ τρόπο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀπορρίπτουμε τὶς προτεσταντικοῦ τύπου (παρ)ἐρμηνείες τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ μάλιστα ὑπὸ ἀναρμοδίων ἤ μὴ ἐχόντων τὶς προϋποθέσεις τοῦ διδάσκειν, καὶ ἀκολουθῶντας τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τους (Consensus Patrum), ὁμολογοῦμε ὅτι καὶ στὴν ἐποχή μας, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἐποχή, οἱ ζῶντες Πατέρες, ὡς συνδετικοὶ κρίκοι μὲ τοὺς παλαιοτέρους Πατέρες, εἶναι ἐκείνοι ποὺ ἀποτελοῦν τὴν αὐθεντικὴ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι, ἀναγκαστικὰ καὶ ἄνευ προὑποθέσεων, οἱ Ἐπίσκοποι ἤ οἱ Σύνοδοι. 
Δὲν πιστεύουμε ἐπομένως στὴν δική μας αὐθαίρετη κρίση, ἀλλὰ ἐν ταπεινώσει ἀποδεχόμαστε τὴν κοινὴ συμφωνία τῶν φρονημάτων ποὺ ἐκφράστηκαν ἀπὸ Πατέρες καὶ Διδάσκαλους τῆς ἐποχῆς μας, 

Ἀπορρίπτουμε τὴν ἐμφανιζόμενη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ΄ αἰῶνος, αἵρεση τοῦ δῆθεν «Ὀρθοδόξου» Οἱκουμενισμοῦ, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιολογικὴ παναίρεση ποὺ διευρύνει τὰ Κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, περιλαμβάνοντας αὐθαιρέτως σὲ Αὐτὴν καὶ τοὺς αἱρετικούς, μετὰ τῶν ὁποίων κατεργάζεται τὴν ὀρατὴ ἑνότητα, ὡς ψευδὲς ὑποκατάστατο τῆς ἀληθινῆς Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας καὶ ὡς  τὴν γενεσιουργὸ αἱτία τῶν Καινοτομιῶν καὶ τῶν Σχισμάτων, καθὼς καὶ τοὺς ἔνθερμους θιασώτες της, 
Ἀποδεχόμαστε τὸν Διάλογο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Μαρτυρία ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις τὶς ὁποίες ἀνέκαθεν χρησιμοποιοῦσε ἡ Ἐκκλησία, ὅπως μᾶς διδάσκουν τὰ παραδείγματα τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στὴν Ψευδοσύνοδο Φερράρας/Φλωρεντίας, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ τοὺς μωαμεθανούς κ.ἄ.. 
Δὲν δεχόμαστε τὴν βίαιη ἐπιβολὴ τῆς αὐθαιρέτου, καὶ ἄνευ πανορθοδόξου συμφωνίας, Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας τοῦ 1924, διότι αὐτὴ ὑπῆρξε ὄχι μόνο ἕνα προπαγανδιστικὸ ἐργαλείο τοῦ Παπισμοῦ, ἤδη ἀπὸ τὸν ΙΣΤ΄ αἰῶνα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔμπρακτος ἐφαρμογὴ τοῦ «Ὀρθοδόξου» Οἰκουμενισμοῦ, μὲ τοὺς τρόπους ποὺ ἔχουν ἐκτεθεὶ στὴν αἱρετικὴ «Ἐγκύκλιο τοῦ 1920». Ἡ δὲ διακοπὴ κοινωνίας τῶν πρώτων ἐνισταμένων κατὰ τῆς Καινοτομίας αὐτῆς δὲν ἔγινε γιὰ τὸ ἡμερολόγιο, ἀλλὰ γιὰ τὸν βίαιο τρόπο ἐπιβολῆς του.
Δεχόμαστε ὅμως πὼς ἂν καὶ μὲ τὴν ὡς ἄνω Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κινδύνεψε νὰ καταδικαστεῖ ὡς Σχισματική (φόβος ποὺ εἴχε ἐκφράσει καὶ ὁ ἴδιος ὁ πρωτεργάτης τῆς Καινοτομίας), ἐν τούτοις οἱ ἄλλες Τοπικὲς Ἐκκλησίες, ὑπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυνόταν σὲ Πανορθόδοξο Σύνοδο, δὲν διέκοψαν κατ᾿ Οἰκονομίαν τὴν κοινωνία μετὰ τῶν Καινοτόμων μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ δημιουργηθεῖ Σχίσμα μεταξύ τους· πρεσβεύουμε ἑπομένως, ἀποδεχόμενοι πλήρως τὴν ἐκκλησιολογικὴ θέση τῶν ὡς ἄνω Πατέρων, ὅτι οἱ Καινοτόμοι τυγχάνουν δυνάμει μόνο «Σχισματικοὶ» καὶ οὐχὶ ἐνεργείᾳ.

Θεωροῦμε ὅτι μία Τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν ταυτίζεται μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν διοικοῦν (Διοικοῦσα Ἱεραρχία), ἂν οἱ διοικούντες σφάλλουν σὲ θέματα πίστεως ἤ εἶναι ἄδικοι. Ἑπομένως ἡ καινοτομούσα ἑπίσημη Ἱεραρχία ἔχει παύσει «νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν ὀρθόδοξον ἔννοιαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας».
Δὲν θεωροῦμε ὅμως ὅτι ἡ πτῶση τῶν διοικούντων συνεπάγεται, αὐτομάτως καὶ ἄνευ διαδικασίας τινος, εἴτε τὴν ἀπώλεια τῆς Ἱερωσύνης τους, εἴτε τὴν ἀπονέκρωση ὁλοκλήρου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν μάλιστα σὲ αὐτὴν ὑπάρχουν μέλη ποὺ κρατοῦν τὴν Ὀρθὴ Πίστη ἀκαινοτόμητη καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν «τὴν φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».

Ἀπορρίπτουμε ἐπομένως καὶ τὴν σχισματογενὴ αἵρεση τοῦ Ἀκραίου Ζηλωτισμοῦ (ὡς ἀναβίωση τῶν πλανῶν τοῦ Νοβατιανισμοῦ, Λουκιφεριανισμοῦ καὶ Δονατισμοῦ), σὲ ὅλες τὶς μορφὲς καὶ παραλλαγὲς της, καθὼς καὶ τοὺς ἔνθερμους θιασώτες της (Ματθαιϊκούς, Μαγδαληνὴ μοναχὴ, Βοστονίτες, Ἀθανάσιο Σακαρέλλο κ.ἄ.). Ἀπορρίπτουμε ἰδιαιτέρως τὴν ἐκ τῆς αἱρέσεως αὐτῆς προερχομένη, ἀρπαγὴ τῆς Κρίσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας («ἧς πρόσωπον ἐπέχει ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος», κατὰ τὸν Ἱερὸ Νικόδημο) ὑπὸ τῶν λεγομένων Συνόδων τῶν Γ.Ο.Χ., ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε διὰ ἀπαραδέκτων Ἐγκυκλίων καὶ δι᾿ ἄλλων γραπτῶν ἤ προφορικῶν τεκμηρίων, ποὺ διαβεβαιοῦν ἢ δὲν διαβεβαιοῦν περὶ τοῦ κῦρους τῶν Μυστηρίων, τῆς ὑπάρξεως ἤ τῆς μὴ ὑπάρξεως ἀγιαστικῆς καὶ θεοποιοῦ Χάριτος καὶ τῆς δυνατότητος ἠ μὴ δυνατότητος σωτηρίας καὶ ἁγιότητος ἐκτὸς τῶν δικῶν τους ὁρίων. 
Ἀποδεχόμαστε πλήρως τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ «δυνάμει καὶ ενεργείᾳ» τῶν ποινῶν ποὺ ἀφοροῦν τοὺς πεπτωκότες σὲ αἵρεση, καὶ χωρὶς νὰ ἀπορρίπτουμε τὰ Μυστήρια καὶ τὴν δυνατότητα σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ ἁγιότητος στὸν χῶρο τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας, ἐπικεντρωνόμαστε στον, ὑπὲρ τῆς Ἀληθινῆς Ὀρθοδοξίας καὶ κατὰ τῶν αἱρέσεων καὶ κατακρίτων καινοτομιῶν, Ἱερὸ Ἀγῶνα, μὲ ἐπιστέγασμα τοῦ Ἀγῶνος αυτοῦ τὴν σύγκληση ἀληθοῦς Πανορθοδόξου Συνόδου. Ὡς ἐκ τοῦτου παραμένοντας πιστοὶ στὸν ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἀντιμαχόμαστε ὄχι μόνο τὴν ἐξ ἀριστερῶν αἱρεση τοῦ παναιρετικοῦ «Ὀρθοδόξου» Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκ δεξιῶν αἵρεση τοῦ σχισματογενοῦς Ἀκραίου Ζηλωτισμοῦ, καὶ ἀναφωνώντας «ὁδῷ βασιλικῇ πορευσόμεθα, οὐκ ἐκκλινοῦμεν δεξιὰ οὐδὲ εὐώνυμα» κρούομε τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου μπρὸς στὴν ἀνίερη συμμαχία, ἐν ὀνόματι δῆθεν τοῦ «ἀντιοικουμενισμοῦ», μὲ ἐκείνους τοὺς σχισματικοὺς καὶ αἱρετικοὺς ποὺ σφετεριζόμενοι τὸ ὄνομα «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι» ἔχουν καπηλευθεῖ τὸν Ἱερὸ Ἀγῶνα καὶ τὸν ἔχουν ἐκτρέψει ἀπὸ την ὀρθὴ πορεία του.

Ἀποδεχόμαστε ὅτι ἡ σύσταση τῆς πρώτης Συνόδου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, στὴν ὁποία προέβησαν τὸ 1935 τρεῖς Κανονικοὶ Ἀρχιερεὶς ποὺ ἀποτειχίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,  ἀποτελεῖ μὲν, σύμφωνα μὲ τὸν, συμμετέχοντα στὶς χειροτονίες, πρῶτο Ἠγέτη τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος Ἅγιο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο Καβουρίδη (+1955), μία ἀναγκαία Οἰκονομία, γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξυπηρέτηση τοῦ διωκόμενου Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος,  ἀλλὰ τονίζεται, καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἀφενὸς μὲν ὁ προσωρινός της χαρακτήρας, ἐφόσον ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος παραμένει ἡ σύγκληση ἀληθοῦς Πανορθοδόξου Συνόδου καὶ ὄχι ἡ ἐπανάπαυση, ἀφετέρου δὲ ἡ πεποίθηση ὅτι αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ  ξεχωριστὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ μία Φρουρὰ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Δὲν ἀποδεχόμαστε ἐπομένως τὴν ἴδρυση, λόγῳ διαφορετικῆς ἐκκλησιολογικῆς θεωρήσεως, νέας «Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» τὸ 1937 ἀπὸ τὸν Βρεσθένης Ματθαίο Καρπαθάκη, τὴν ὁποία καὶ θεωροῦμε ὄχι μόνο ὡς ἀποτέλεσμα παρεκτροπῆς ἀπὸ τὸν ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ὄχι ἀπλὰ ἕνα κατακριτέο Σχίσμα, ἀλλὰ καὶ τὸ λογικὸ ἐπακόλουθο τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως ποὺ βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἤτοι τοῦ Ἀκραίου Ζηλωτισμοῦ 

Ἀπορρίπτουμε λοιπὸν τὴν ἐσωστρέφεια καὶ τὴν ἐπανάπαυση, τὶς ἐσωτερικὲς ἔριδες καὶ τὴν πολυδιάσπαση σὲ παρατάξεις, τὴν δεσποτοκρατία καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν λαϊκῶν ἀγωνιστῶν, τὴν ὐιοθέτηση Ακραίων Ζηλωτικῶν φρονημάτων ἀντὶ τοῦ τεκμηριωμένου ἀντιρρητικοῦ λόγου τῆς Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας καὶ Ἐνστάσεως, τὴν αὐθαίρετη ἀρπαγὴ τίτλων («Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν», «Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης» κλπ.), καὶ ὅλα ὅσα ναρκοθέτησαν τὸν Ἱερὸ Ἀγῶνα θέτοντας τὶς βάσεις γιὰ τὴν ὡς τώρα ἀποτυχία του, δικαιώνοντας ὅσους θεώρησαν τοὺς Ἐπισκόπους - πλὴν ἐξαιρέσεων - ὡς τοὺς μεγαλύτερους ἐχθρούς του καὶ ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι σήμερα δὲν ὑπάρχει πλέον Κανονικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία νὰ πληροῖ τὰ κριτήρια ποὺ ἔθεσαν γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὸν σκοπό της, οἱ δύο Ἡγέτες καὶ Ὀδηγοί τοῦ Ἱεροῦ Ἀγώνος, Χρυσόστομος καὶ Λεόντιος. 
 Δὲν πιστεύουμε ὅτι ἔχουν κῦρος αὐθαίρετες πράξεις (εἴτε ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν, εἴτε ὑπὸ τῶν λεγομένων Γ.Ο.Χ. διενεργούμενες), ποὺ ἀποτελοῦν ἀρμοδιότητα τῆς, ὑπὸ Κανονικὲς συνθῆκες, τουτέστιν ἐνωμένης καὶ εἰρηνευούσης, Ἐκκλησίας, ὅπως: α) ἡ ἐπανάληψη τῶν Μυστηρίων ποὺ ἔγιναν κατὰ τὶς διατυπώσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ κυρίως τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, β) οἱ δῆθεν «καθαιρέσεις» γιὰ θέματα Πίστεως καὶ Δικαιοσύνης ἀπορρίπτουμε τὶς μὲν ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς διωκτικὲς πράξεις, τὶς δὲ ὑπὸ τῶν Ἀκραίων Ζηλωτῶν ὡς άνύπαρκτες, ἀφοῦ δὲν ἀναγνωρίζουν ἀνώτερο Συνοδικὸ Ὄργανο (καὶ ἐπομένως ἀκυρώνουν τοιουτοτρόπως τὴν δυνατότητα ἐφέσεως) καὶ γ) οἱ ἁγιοκατατάξεις προσώπων, ὡς γενόμενες ὑπὸ ἀναρμοδίων καὶ πιθανῶς μὲ πονηρὸ σκοπό. 

Πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε «ἓν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἀμαρτιῶν», μὴ ἀποδεχόμενοι τοὺς Ἀναβαπτιστές, νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Θεωροῦμε Κανονικοὺς/Κοινωνικοὺς τοὺς ἀδίκως «καθαιρεθέντες» Κληρικούς, ἐνῷ ἀκοινώνητους, ὡς ὑποδίκους στὸ ἀρμόδιο Συνοδικὸ Ὄργανο, τοὺς δικαίως πλὴν ἀντικανονικῶς καθαιρεθέντες. Ἔτι δὲ ἀποδεχόμαστε τὴν ἁγιότητα ὅλων τῶν νέων Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δεκτοὶ καὶ τιμῶνται ὑπὸ τῆς Συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τῶν εὐλαβῶν Πιστῶν, ἔχοντας βεβαίως ὑπόψιν ὅτι καὶ οἱ Ἅγιοι εἶναι δυνατὸν νὰ σφάλλουν σὲ κάποια θέματα.

Ἀπορρίπτουμε τὴν ἀντιχριστιανικὴ αἵρεση τοῦ Ἐπισκοποκεντρισμοῦ (σὲ ὅλες τὶς μορφές της, εἴτε ἐκ τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα ἐκφραζόμενη, εἴτε ἐξ ἄλλων ἀ-θεολογήτων), ὡς χειροτέρα τοῦ Παπισμοῦ, μιὰς καὶ θεωρεῖ τὸν Ἐπίσκοπο, ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ,  ὡς κέντρο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐνῶ ἐξυψώνει ὡς ζωοποιὸ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας (καὶ πάλι ἀντί τοῦ Χριστοῦ!) ὅχι μόνο ἕναν Ἐπίσκοπο (π.χ. τῆς Ῥὠμης), ἀλλὰ τὸν κάθε Ἐπίσκοπο, ἄνευ τοῦ ὁποίου τάχα δὲν ὑφίσταται Ἐκκλησία καὶ Μυστήρια. Συνάμα ἀποῤῥίπτουμε καὶ τὸν Νεοπαπισμὸ τοῦ Φαναρίου, ποὺ διδάσκει ψευδῶς ὡς Κεφαλὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν ἐκάστοτε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπιπροσθέτως δὲ δὲν ἀναπαυόμαστε μὲ τὴν περιφρόνηση τῶν Λαϊκῶν καὶ τὸν ἀποκλεισμό τους ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, κατὰ μίμηση τῶν παπικῶν τακτικῶν.

Θεωροῦμε ὅτι Κέντρο τῆς Θείας Ευχαριστίας καὶ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁρατῆς καὶ ἀοράτου, εἶναι ὁ Χριστός, στὴν μία καὶ μοναδικὴ Ἱερωσύνη τοῦ Ὁποίου μετέχουν οἱ Ποιμένες, Ἐπίσκοποι καὶ Πρεσβύτεροι, χωρὶς ἡ διάκριση μεταξὺ Ποιμένων καὶ Πομνίου νὰ ἐπιφέρει οὐσιαστικὸ χωρισμὸ τὴν Ἐκκλησία ἀφοῦ «πρόβατα καὶ ποιμένες πρὸς τὴν τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν διάκρισιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα· καὶ γὰρ οἱ ποιμαίνοντες καὶ οἱ ποιμαινόμενοι, ὑφ ἑνὸς τοῦ Ἄνω Ποιμένος ποιμαίνονται», κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἐπομένως ἀφοῦ οἱ Ποιμένες «ὀφείλουν τὴν ποιμαντική τους ὑπόσταση καὶ ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ἀρχιποίμενα Χριστό, ὑπάρχοντες χάριν τοῦ ποιμνίου τους», καὶ «οὐδὲ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ διδάσκουν ἄλλην διδαχὴν, ἢ νόμον, παρὰ μόνον τὴν διδαχὴν καὶ τοὺς νόμους τοὺς εὐαγγελικούς… ἀνοθεύτως, χωρὶς προσθήκην, ἢ ἀφαίρεσιν, καὶ ἕως ὁποῦ εἶναι καὶ αὐτοὶ ὑποκάτω εἰς τὴν καθολικὴν, τὸν Χριστόν, κεφαλήν, καὶ διδάσκουνται ἀπ᾿ Αὐτόν, ὡς πρόβατα λογικά, καὶ πείθουνται εἰς τοὺς νόμους Του, καὶ τὴν διδαχήν Του, ὁποῦ εἶναι τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον», καὶ αὐτοὶ καὶ τὸ Ποίμνιο «ἐνώπιον τοῦ νόμου τοῦ Χριστοῦ εἰσὶν ἴσοι. Μία μόνον ἀνισότης πραγματικῶς ὑπάρχει μεταξὺ κλῆρου καὶ λαοῦˑ ὅσῳ ἀνώτερον εἶναι τὸ ἱεραρχικὸν ἀξίωμα, τόσῳ μεγαλητέρα εἶναι καὶ ἡ εὐθύνη· καὶ ὅλη αὕτη ἡ ταξιαρχία εἶναι ἐκπληρωτική, διδακτικὴ καὶ κυβερνητικήˑ ὅλων δὲ κεφαλή, κλῆρου καὶ λαοῦ, εἶναι ὁ Χριστός, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν, οὔτε κατ᾿ ἰδίαν, οὔτε ἐν Συνόδῳ, τολμᾷ νὰ ἐγγίσῃ τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐσύστησεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, οὔτε ἐφευρίσκει δόγματα οὐδέποτε ὑπάρξαντα ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ…». Εἰδικῶς γιὰ τοὺς Λαϊκοὺς ὄχι μόνο ἀποδεχόμαστε τὴν ἀποστολικὴ πρακτικὴ τῆς συμμετοχῆς τους στὴν ὀργάνωση καὶ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὑπενθυμίζουμε ὅτι οἱ πολύτιμοι ἀγώνες τους περιφρούρησαν τὴν Ὀρθὴ Πίστη ὅταν ἐν καιρῷ αἱρέσεως οἱ Ἐπίσκοποι πρόδιδαν ἤ σιωποῦσαν.

Ἀπορρίπτουμε τὴν αἵρεση τοῦ Σεργιανισμοῦ, δηλαδὴ τὴν ὑποταγὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ στὸ ἄθεο Κράτος (ποὺ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλεια τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας), μὲ πρόφαση τὴν διατήρηση τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τῶν «προνομίων» του, ὅτι δηλαδὴ συνέβη ὄχι μόνο στὴ Σοβιετικὴ Ἔνωση τὸ 1927 ἐπὶ Μητροπολίτου Μόσχας Σεργίου, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα (ἤδη ἀπὸ τὸ 1833 μὲ τὸ βαυαροκίνητο «αὐτοκέφαλο») ὅπου ἡ ἐπίσημη Ἱεραρχία ἔχει πλέον μεταβληθεῖ σὲ κρατικὸ ὀργανισμὸ (κρατικὴ μισθοδοσία κληρικῶν ἀπὸ τὸ 1945, ἀναγνώριση ὡς Ν.Π.Δ.Δ. τὸ 1969, νενομισμένη διαβεβαίωση τῶν Ἀρχιερέων ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, κρατικὴ μισθοδοσία τῶν Ἀρχιερέων τὸ 1981 κ.ἄ.), ἐνῶ καὶ μερίδα τῶν Γ.Ο.Χ. μετέχει πλέον τοῦ θανασίμου τοῦτου ἐναγκαλισμοῦ μὲ τὴν ἔνταξή της στὸν Ν. 4301 «Περὶ Θρησκευτικῶν Κοινοτήτων».  

Ἐπιθυμοῦμε Ἐκκλησία ἐλεύθερη καὶ ἀποδεσμευμένη παντελῶς ἀπὸ τὸ Κράτος, ἡ Ὁποία θὰ διοικεῖται ὅπως ἀκριβῶς ὁρίζει ὁ Πατριαρχικὸς καὶ Συνοδικὸς Τόμος τοῦ 1850, ποὺ ἀπέδωσε τὴν Αὐτοκεφαλία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι «κατὰ τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως ἀπὸ πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως», δὲν θὰ ἀποτελεῖ δηλαδὴ θεραπαινίδα μιᾶς Πολιτείας ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ἀπαγορεύει ἀκόμη καὶ τὴν συμμετοχὴ στὸ Μυστήριο τῆς Ζωῆς (τὴν Θεία Κοινωνία), προφάσει λόγων δημοσίας ὑγείας. 
Θεωροῦμε κάθε Κληρικὸ καὶ Λαϊκὸ (εἴτε ἀκολουθεῖ τὴν Ἀκρίβεια τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, εἴτε κατ᾿ Οἰκονομίαν καὶ ἄχρι καιροῦ, τὸ νέο ἡμερολόγιο) ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὰ ὡς ἄνω ἐκτεθέντα φρονήματα, ὡς Ἀδελφὸ ἐν τῇ Πίστει, δυνάμει Κοινωνικὸ καὶ σύμμαχο στὸν Ἱερὸ Ἀγῶνα ὑπὲρ «τῆς εἰρηνοχύτου Ὀρθοδοξίας».    

Δὲν θεωροῦμε ὡς αἱτία ἕριδας καὶ διχασμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων, τὶς προσωπικὲς ἀπόψεις (χωρὶς βεβαίως προσπάθειας ἐπιβολῆς των), γιὰ μὴ δογματικὰ καὶ ἄλλα μὴ οὐσιῶδη καὶ φλέγοντα ζητήματα.